Συντάκτης: Μαρία Δήμου

Η Μαρία Δήμου είναι ψυχαναλύτρια, ψυχοθεραπεύτρια με εξειδίκευση στη ψυχανάλυση Λακανικού προσανατολισμού. Έχει 30ετή κλινική εμπειρία πάνω στο ανθρώπινο αδιέξοδο.

Σαρακοστή: Η Ψυχολογία της Στέρησης, της Επιθυμίας και της Μεταμόρφωσης

Η Σαρακοστή δεν είναι απλώς μια διατροφική αλλαγή.
Είναι μια ψυχική διαδικασία.

Στην παράδοση της Σαρακοστή, ο άνθρωπος καλείται να αφαιρέσει. Να περιορίσει. Να στερηθεί. Όμως ψυχολογικά, κάθε στέρηση ενεργοποιεί κάτι βαθύτερο: την επιθυμία.

Και εκεί αρχίζει το ενδιαφέρον.

  1. Η Στέρηση δεν είναι Πάντα Απώλεια

Όταν αφαιρούμε κάτι από τη ζωή μας – τροφή, συνήθειες, υπερβολές – εμφανίζεται ένα κενό.
Το ερώτημα είναι: τι κάνουμε με αυτό το κενό;

Η στέρηση μπορεί:

  • να γίνει τιμωρία
  • να γίνει έλεγχος
  • να γίνει άρνηση
  • ή να γίνει χώρος επίγνωσης

Ψυχολογικά, η ώριμη στέρηση δεν είναι αυτοκαταπίεση. Είναι η ικανότητα να αντέχω ότι δεν τα έχω όλα.

  1. Σαρακοστή και Έλεγχος

Για κάποιους, η νηστεία γίνεται μηχανισμός ελέγχου.
«Θα αποδείξω ότι μπορώ να πειθαρχήσω».

Όμως όταν η πειθαρχία μετατρέπεται σε αυστηρότητα, τότε η στέρηση δεν καθαρίζει. Σκληραίνει.

Η υγιής νηστεία δεν αφορά το σώμα μόνο.
Αφορά τον τρόπο που σχετιζόμαστε με την απόλαυση.

Μπορώ να απολαύσω χωρίς ενοχή;
Μπορώ να στερηθώ χωρίς θυμό;

  1. Η Επιθυμία Γίνεται Πιο Καθαρή

Όταν κάτι απουσιάζει, η επιθυμία αποκαλύπτεται.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Σαρακοστή προηγείται της Ανάστασης.

Ψυχολογικά, κάθε περίοδος εσωτερικής απογύμνωσης προηγείται μιας νέας ταυτότητας.

Η αποχή από το «πολύ» μας φέρνει πιο κοντά στο «ουσιώδες».

  1. Η Σιωπή της Σαρακοστής

Η Σαρακοστή έχει έναν ιδιαίτερο ρυθμό:
λιγότερο θόρυβο, περισσότερη εσωτερικότητα.

Σε ψυχικό επίπεδο, αυτό είναι μια πρόσκληση:

  • να δούμε τι μας καταναλώνει
  • να αναρωτηθούμε τι μας λείπει πραγματικά
  • να ξεχωρίσουμε την ανάγκη από την παρόρμηση

Συχνά δεν πεινάμε για φαγητό.
Πεινάμε για νόημα.

  1. Η Μεταμόρφωση δεν Γίνεται με Βία

Η Σαρακοστή δεν είναι αγώνας αντοχής.
Δεν είναι διαγωνισμός ηθικής.

Είναι μια διαδρομή από το «έχω» στο «είμαι».

Αν η στέρηση γίνεται με θυμό, θα επιστρέψει ως υπερβολή.
Αν γίνεται με συνείδηση, θα γεννήσει μεταμόρφωση.

Ένας Ψυχολογικός Ορισμός της Σαρακοστής

Σαρακοστή είναι η περίοδος όπου:

  • επιτρέπω στο κενό να μιλήσει
  • αντέχω την απουσία
  • δεν καλύπτω αμέσως την επιθυμία
  • αφήνω χώρο για κάτι πιο αληθινό να αναδυθεί

Και ίσως τελικά δεν πρόκειται για το τι δεν τρώμε.

Αλλά για το τι δεν αντέχουμε να νιώσουμε.

Η Σαρακοστή είναι μια εσωτερική άσκηση.
Όχι για να γίνουμε πιο «καλοί».
Αλλά για να γίνουμε πιο αληθινοί.

Και καμιά φορά, η μεγαλύτερη νηστεία
είναι να σταματήσουμε να καταναλώνουμε
ό,τι μας απομακρύνει από τον εαυτό μας.

Πρωτοχρονιά: ένα παράθυρο στο μέλλον

Η στιγμή που ο χρόνος ακουμπά την επιθυμία μας

Η Πρωτοχρονιά δεν είναι απλώς η πρώτη μέρα του χρόνου.
Είναι μια ρωγμή στον χρόνο, ένα άνοιγμα όπου μπορούμε να κοιτάξουμε λίγο πιο μακριά από την καθημερινή μας συνήθεια.
Μια στιγμή όπου ο άνθρωπος αφήνει για λίγο τον ρεαλισμό του και επιτρέπει στον εαυτό του να φανταστεί.

Κάθε Πρωτοχρονιά μοιάζει με ένα παράθυρο:
προς αυτό που δεν έχει συμβεί ακόμη,
προς αυτό που μπορεί να συμβεί,
προς αυτό που – κρυφά – ελπίζουμε.

Το μέλλον δεν είναι το αύριο.
Είναι ο τρόπος που στεκόμαστε μπροστά του.

Το παράθυρο ανοίγει όταν σταματάμε για λίγο

Οι μέρες πριν την Πρωτοχρονιά μάς γεμίζουν με θόρυβο:
προετοιμασίες, προσδοκίες, λογαριασμούς, σχέδια.
Ακριβώς γι’ αυτό, η πρώτη μέρα του χρόνου έχει μια μοναδική ποιότητα:
μια επιβράδυνση, μια αναπνοή, μια παύση.

Είναι η στιγμή όπου, για μια μόνο μέρα,
ο εσωτερικός διάλογος παίρνει πρωταγωνιστικό ρόλο:
Πού πηγαίνω; Τι θέλω; Τι δεν θέλω πια; Τι αξίζει;

Το παράθυρο στο μέλλον ανοίγει μέσα σε αυτήν την παύση.

Η ψυχαναλυτική διάσταση: το μέλλον ως επιθυμία

Το μέλλον δεν γράφεται με ευχές, αλλά με επιθυμίες.
Και η επιθυμία – όπως λέει ο Lacan – είναι πάντα ένα αίτημα που δεν ακούστηκε ακόμη, ένα κομμάτι του εαυτού που περιμένει να το συναντήσουμε.

Στην Πρωτοχρονιά, η επιθυμία σηκώνει το χέρι της:
Θέλεις πραγματικά αυτό που νομίζεις ότι θέλεις;
Ή ζεις με όσα περίμεναν οι άλλοι από σένα;

Το παράθυρο στο μέλλον μάς καλεί να ξεχωρίσουμε το “πρέπει” από το “θέλω” και το “θέλω” από το “με φοβίζει”.

Η σιωπή της Πρωτοχρονιάς και το βλέμμα προς τα μέσα

Η πιο αληθινή στιγμή της Πρωτοχρονιάς δεν είναι τα μεσάνυχτα.
Είναι το επόμενο πρωί:
η στιγμή της καθαρής νίκης της εσωτερικότητας.

Το σπίτι είναι αθόρυβο,
οι δρόμοι άδειοι,
ο χρόνος απλώνεται μπροστά μας σαν λευκή σελίδα.

Σε αυτή τη σιωπή, το μέλλον μοιάζει πιο προσβάσιμο.
Από εκεί μπορούμε να δούμε καθαρά:
ποιο κομμάτι της ζωής μας έχει ήδη τελειώσει,
και ποιο είναι έτοιμο να αρχίσει.

Το μέλλον δεν έρχεται· το χτίζουμε

Δεν υπάρχει “καλό” ή “κακό” μέλλον.
Υπάρχει το μέλλον που επιλέγουμε να κατοικήσουμε.

Το παράθυρο της Πρωτοχρονιάς μάς ζητά τρία πράγματα:

  1. Να είμαστε ειλικρινείς.
    Τι μας πονάει; Τι μας λείπει; Τι μας βαραίνει;
    Μόνο η ειλικρίνεια γεννά μελλοντική γαλήνη.
  2. Να είμαστε θαρραλέοι.
    Κάτι μέσα μας ξέρει ήδη το επόμενο βήμα — αλλά το φοβόμαστε.
    Το μέλλον χρειάζεται τόλμη.
  3. Να είμαστε τρυφεροί με τον εαυτό μας.
    Χτίζουμε το αύριο με τα υλικά του σήμερα:
    και κάποια από αυτά είναι ακόμη ευάλωτα.

Το παράθυρο του μέλλοντος είναι προσωπικό

Δεν ανοίγει το ίδιο για όλους.
Για κάποιους είναι μια χαραμάδα φωτός.
Για άλλους ένα ολόκληρο μπαλκόνι.
Για άλλους ένα μικρό άνοιγμα που χρειάζεται υπομονή για να μεγαλώσει.

Το σημαντικό είναι ότι ανοίγει με τον δικό μας ρυθμό.
Όχι με των άλλων.

Η Πρωτοχρονιά δεν απαιτεί υπερβολικές αποφάσεις.
Απαιτεί μια μικρή, εσωτερική μετατόπιση:
το βλέμμα να στραφεί από το παρελθόν στο μέλλον, έστω και για μια στιγμή.

Κοιτάζοντας από το παράθυρο

Η Πρωτοχρονιά μάς προσφέρει μία μόνο υπόσχεση:
ότι όσα έρχονται είναι άγραφα.
Κι αυτή είναι μια σπάνια ελευθερία.

Κοιτάζοντας από το παράθυρο στο μέλλον,
βλέπουμε όχι το τι “πρέπει” να γίνει,
αλλά το τι μπορούμε να γίνουμε.

Ίσως η μεγαλύτερη πρόβλεψη για τη νέα χρονιά
να είναι η απόφαση να σταθούμε λίγο περισσότερο με τον εαυτό μας,
να ακούσουμε τι ψιθυρίζει η επιθυμία,
να τολμήσουμε το βήμα που αναβάλλαμε,
να αφήσουμε κάτι να τελειώσει
και κάτι άλλο μικρό, εύθραυστο, αληθινό, να αρχίσει.

Η Πρωτοχρονιά είναι ένα παράθυρο στο μέλλον.
Κι εσύ είσαι αυτός που αποφασίζει αν θα το ανοίξει.

Παραμονές Πρωτοχρονιάς: όσα αφήνουμε πίσω

Η λεπτή γραμμή ανάμεσα σε αυτό που υπήρξαμε και σε αυτό που μπορούμε να γίνουμε

Υπάρχει μια μοναδική σιωπή στις παραμονές της Πρωτοχρονιάς.
Όχι η σιωπή της μελαγχολίας, αλλά η σιωπή της μετάβασης.
Είναι εκείνη η στιγμή του χρόνου όπου στεκόμαστε μεταξύ δύο ζωών:
της ζωής που φεύγει και της ζωής που έρχεται.
Στο όριο αυτό, οι άνθρωποι γινόμαστε πιο αληθινοί.
Κάνουμε έναν άτυπο απολογισμό, αφήνουμε κάτω τα βάρη, κοιτάμε πίσω — ίσως για τελευταία φορά.

Το να αφήνεις πίσω δεν είναι πράξη λήθης.
Είναι πράξη ωριμότητας.

Αφήνουμε πίσω τις φωνές που μας πλήγωσαν

Όχι επειδή δεν τις θυμόμαστε πια, αλλά επειδή δεν θέλουμε πλέον να μας ορίζουν.

Οι παραμονές Πρωτοχρονιάς φέρνουν στην επιφάνεια όλες τις μικρές και μεγάλες πληγές:
οι λέξεις που μας σημάδεψαν,
οι άνθρωποι που υποτιμήσαμε ή μας υποτίμησαν,
οι σχέσεις που δεν άντεξαν,
οι απογοητεύσεις που δεν παραδεχτήκαμε.

Δεν τις διαγράφουμε — τις αναγνωρίζουμε.
Και χωρίς να το φωνάξουμε, αποφασίζουμε:
«Φτάνει. Αυτά μένουν πίσω.»

Αφήνουμε πίσω τις ενοχές

Κάθε άνθρωπος κουβαλά ενοχές που δεν του ανήκουν.
Ενοχές για λόγια που δεν είπε.
Για επιλογές που δεν πήρε.
Για αγάπες που κράτησε ή εγκατέλειψε.
Για τον χρόνο που δεν έγινε αυτό που “έπρεπε”.

Οι παραμονές της Πρωτοχρονιάς είναι ίσως η πιο κατάλληλη στιγμή για να ξεχωρίσουμε:
ποιες ενοχές είναι αληθινές
και ποιες είναι δάνειες — φορτία άλλων ανθρώπων που μάθαμε να σηκώνουμε.

Το να τις αφήνεις πίσω δεν είναι αδιαφορία.
Είναι διεκδίκηση της δικής σου ψυχικής ζωής.

Αφήνουμε πίσω τα λάθη, όχι για να τα ξεχάσουμε, αλλά για να τα μεταμορφώσουμε

Τα λάθη δεν μας μικραίνουν.
Μας χτίζουν.

Κάθε λάθος του χρόνου που πέρασε είναι μια μικρή ιστορία:
μια προσπάθεια που υπήρξε αθώα,
ένα βήμα που δεν ήταν αρκετό,
μια σχέση που δεν προχώρησε,
μια ευκαιρία που δεν αξιοποιήσαμε,
μια λέξη που έπρεπε να ειπωθεί νωρίτερα.

Τα λάθη είναι η πιο ανθρώπινη μας πλευρά.
Και η πιο δημιουργική.

Αφήνουμε πίσω την ενοχή του λάθους, όχι το μάθημά του.

Αφήνουμε πίσω όσα βαραίνουν την επιθυμία

Ψυχαναλυτικά, η αλλαγή χρόνου είναι μια μετατόπιση επιθυμίας.
Όχι μια υπόσχεση ότι “από αύριο θα είμαι άλλος”,
αλλά η διατύπωση μιας πιο ώριμης φράσης:
«Τώρα ξέρω λίγο καλύτερα τι θέλω.»

Αφήνουμε πίσω:

  • όσα κάναμε για να μας αποδεχτούν
    • όσα ανεχτήκαμε για να μη μείνουμε μόνοι
    • όσα δεχτήκαμε από φόβο
    • όσα επιλέξαμε από συνήθεια
    • όσα επιθυμήσαμε που δεν ήταν δικά μας

Για να κάνουμε χώρο για την αληθινή μας επιθυμία:
αυτή που δεν φωνάζει, αλλά επιμένει.

Αφήνουμε πίσω αυτό που νομίζαμε ότι είμαστε

Κάθε χρόνος φέρνει μια αποκάλυψη:
ότι η παλιά εκδοχή του εαυτού μας δεν μας χωρά πια.

Τι αφήνουμε πίσω;

την ανάγκη να είμαστε “τέλειοι”,
την ανάγκη να έχουμε πάντα απαντήσεις,
την ανάγκη να φροντίζουμε τους πάντες,
την ανάγκη να είμαστε αυτό που περιμένουν.

Στην Πρωτοχρονιά, ο άνθρωπος στέκεται γυμνός από ρόλους και ταυτότητες.
Και τότε βλέπει καθαρά ποιος πραγματικά είναι.

Και τι παίρνουμε μαζί;

Δύο πράγματα:

  1. Την αλήθεια μας.
    Όχι την ωραιοποιημένη, αλλά την ακατέργαστη.
    Ό,τι μάθαμε, ό,τι αντέξαμε, ό,τι ξεπεράσαμε.
  2. Τη δυνατότητα του καινούριου.
    Το καινούριο δεν είναι υπόσχεση.
    Είναι επιλογή.
    Είναι ο χώρος που ανοίγει όταν αδειάσουμε από όσα δεν μας ωφελούν πια.

Το πέρασμα από το παλιό στο νέο

Οι παραμονές Πρωτοχρονιάς δεν είναι μόνο γιορτή.
Είναι τελετουργία.
Είναι μια μικρή προσωπική μύηση:
ο χρόνος μας ρωτά τι θέλουμε να πάρουμε μαζί μας
και τι είμαστε επιτέλους έτοιμοι να αφήσουμε πίσω.

Κι ίσως εκεί, λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος, να συνειδητοποιήσουμε το σημαντικότερο:

Δεν αποχαιρετάμε μόνο το έτος που πέρασε.
Αποχαιρετάμε μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας.

Και κάνουμε χώρο για την επόμενη.

Χριστουγεννιάτικες γιορτές: πρώτη φορά χωρίς σχέση

Η πιο σιωπηλή βραδιά του χρόνου και όσα ακούγονται μέσα της

Υπάρχουν γιορτές που μας βρίσκουν γεμάτους, κι άλλες που μας βρίσκουν άδειους. Κι έπειτα υπάρχουν εκείνες οι γιορτές που μας βρίσκουν… αλλιώς. Με μια σιωπή δίπλα στο δέντρο που πριν έναν χρόνο γέμιζε με δύο φλιτζάνια κακάο, δύο ζευγάρια παπούτσια στην είσοδο, δύο ανθρώπους που φαντάστηκαν ότι το “μαζί” θα κρατούσε περισσότερο.

Αυτές είναι οι γιορτές πρώτη φορά χωρίς σχέση.
Και μοιάζουν με μια ειδική κατηγορία χρόνου: ανάμεσα σε αυτό που ήξερες και σε αυτό που πρέπει τώρα να αντέξεις.

Η απουσία που ακούγεται πιο δυνατά τα Χριστούγεννα

Τις γιορτές ο κόσμος λάμπει, αλλά οι απώλειες κάνουν θόρυβο.
Εκεί όπου υπήρχε το μήνυμα “τι ώρα θα έρθεις;”, τώρα υπάρχει το “δεν θα χτυπήσει”.
Εκεί όπου υπήρχε η μικρή τελετουργία της αναμονής, τώρα δεν υπάρχει τίποτα να περιμένεις και αυτό είναι που πονά περισσότερο.

Τα Χριστούγεννα ενισχύουν την αίσθηση της μοναξιάς, όχι επειδή είσαι μόνος, αλλά επειδή ο κόσμος γύρω σου δεν είναι.

Η σύγκριση που πληγώνει

Κάθε ζευγάρι που βλέπεις στον δρόμο μοιάζει να κρατιέται λίγο πιο σφιχτά.
Κάθε “Merry Christmas” στο Instagram μοιάζει να στοχεύει ακριβώς εκεί όπου είσαι πιο ευάλωτος.
Κάθε φωτογραφία κάτω από το δέντρο μοιάζει σαν υπενθύμιση ότι “εκείνος/εκείνη δεν είναι πια εδώ”.

Δεν είναι αλήθεια.
Είναι απλώς η οπτική της πληγής: όταν πονάς, βλέπεις μόνο αυτά που ανοίγουν περισσότερο το τραύμα.

Η ψυχαναλυτική πραγματικότητα της απώλειας

Η πρώτη γιορτή χωρίς σχέση δεν είναι απλώς μια περίοδος μοναξιάς.
Είναι μια περίοδος ανασύνταξης του εαυτού.

Ο χωρισμός, ειδικά όταν πέφτει πάνω στα Χριστούγεννα, ενεργοποιεί όλα τα παλιά ίχνη:
το παιδικό αίτημα να αγαπηθούμε, τον φόβο της εγκατάλειψης, την ανάγκη να μας δουν και να μας επιλέξουν.
Η απουσία του Άλλου ανοίγει χώρο για να δούμε το είδωλο μας στο ασυνείδητο:
ποιοι είμαστε χωρίς κάποιον να μας καθρεφτίζει.

Κι αυτή η θέαση πονά, αλλά είναι και αληθινά θεραπευτική.

Οι γιορτές χωρίς σχέση είναι μια μορφή «πρώτης φοράς»

Πρώτη φορά κοιμάσαι χωρίς “καληνύχτα”.
Πρώτη φορά ξυπνάς χωρίς μήνυμα “καλημέρα”.
Πρώτη φορά στολίζεις δέντρο χωρίς να συζητάς για τα φώτα που μπλέκουν.
Πρώτη φορά έχεις το δικαίωμα —και την ανάγκη— να κάνεις χώρο μόνο για σένα.

Στην αρχή μοιάζει άβολο.
Μετά μοιάζει λιγάκι απελευθερωτικό.
Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβεις, μοιάζει δικό σου.

Τι σημαίνει να περνάς τα Χριστούγεννα μόνος;

Δεν σημαίνει ότι απέτυχες.
Δεν σημαίνει ότι “κανείς δεν σε θέλει”.
Δεν σημαίνει ότι βρίσκεσαι πίσω από τους άλλους.

Σημαίνει ότι βρίσκεσαι μπροστά σε μια νέα σου εκδοχή.

Τα Χριστούγεννα χωρίς σχέση είναι μια αθόρυβη αναμέτρηση με το εσωτερικό σου τοπίο:
με όσα πόνεσαν, με όσα δεν ειπώθηκαν, με όσα δεν κατάφερες να σώσεις.
Αλλά και με όσα μπορείς τώρα να ξαναχτίσεις χωρίς τον θόρυβο ενός δεσμού που είχε ήδη ραγίσει.

Η πιο δύσκολη νύχτα: η παραμονή

Η παραμονή είναι πάντα η πιο φορτισμένη:
όχι επειδή είναι η “γιορτή της αγάπης”, αλλά επειδή είναι η γιορτή της προσδοκίας.
Και τώρα που δεν έχεις κάποιον να περιμένεις, η προσδοκία στέκεται απέναντί σου σαν άδειο κάθισμα.

Αυτή η στιγμή, όσο σκληρή κι αν είναι, είναι η αρχή μιας νέας συνθήκης:
αρχίζεις να μαθαίνεις πώς είναι να μην είσαι “ο μισός” κάποιου άλλου.

Η μικρή αναγέννηση που δεν φαίνεται ακόμα

Κάθε Χριστούγεννα μιλούν για γέννηση.
Λίγοι όμως μιλούν για αναγέννηση — αυτή που συμβαίνει όταν διαλύεται μια σχέση.

Όταν είσαι μόνος τα Χριστούγεννα, κάτι μέσα σου ξαναγράφει το σενάριο της ζωής σου:
ποιους θέλεις κοντά, τι αντέχεις, τι αξίζεις, τι διεκδικείς.
Δεν το κάνει θορυβωδώς. Δεν το κάνει με πυροτεχνήματα.
Το κάνει χαμηλά, αθόρυβα, εσωτερικά.

Κι αυτό είναι ένα δώρο που δεν θα έκανες ποτέ στον εαυτό σου όσο ήσουν σε μια κακή σχέση.

Οι γιορτές χωρίς σχέση δεν είναι τιμωρία — είναι πέρασμα

Η πρώτη χρονιά χωρίς εκείνον ή εκείνη μοιάζει σαν να περπατάς μέσα στο χιόνι χωρίς κασκόλ.
Στο κρύο. Στο άγνωστο. Στην αρχή ενός άλλου δρόμου.

Αλλά οι γιορτές αυτές δεν είναι ήττα.
Είναι η στροφή της ζωής προς κάτι που ακόμα δεν ξέρεις.
Είναι ο χώρος που ανοίγει, για να μπει κάποια στιγμή μια αγάπη λιγότερο θορυβώδης και περισσότερο αληθινή.
Είναι η στιγμή που αφήνεις πίσω έναν μύθο και συναντάς την πραγματικότητα:
ότι μπορείς να σταθείς, να ζήσεις, να συγκινηθείς και να περάσεις γιορτές — ακόμα και μόνος.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα φωτάκια που αναβοσβήνουν, ίσως να καταλάβεις ότι αυτή η χρονιά είναι η αρχή μιας νέας σχέσης:

της σχέσης με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Παραμονές Χριστουγέννων: Μύθοι και Πραγματικότητες

Όταν το φως συναντά τη σκιά μέσα μας

Υπάρχει κάτι στις παραμονές των Χριστουγέννων που μας κάνει να στεκόμαστε λίγο πιο αθόρυβα μπροστά στη ζωή. Μυρίζει κανέλα, αλλά και προσδοκία. Φως, αλλά και έλλειψη. Οι δρόμοι στολίζονται, οι άνθρωποι τρέχουν να προλάβουν, οι βιτρίνες γυαλίζουν – κι όμως, μέσα σε όλη αυτή τη λάμψη, είναι σαν να αναβλύζει και κάτι από τα βάθη του ψυχικού μας χειμώνα.

Αυτό το κείμενο προσπαθεί να φωτίσει τις δύο όψεις των Χριστουγέννων:
τους μύθους που κουβαλάμε και τις πραγματικότητες που συχνά κρύβουμε.

Ο μύθος της “τέλειας” γιορτής

Από μικροί μεγαλώνουμε με την υπόσχεση ότι τα Χριστούγεννα είναι μια εποχή όπου όλα για λίγο μπαίνουν στη θέση τους:
οι φόβοι μαλακώνουν, οι σχέσεις γίνονται ζεστές, οι άνθρωποι βρίσκουν ξανά ο ένας τον άλλον.

Στην πραγματικότητα, όμως, η προσδοκία για “τέλεια Χριστούγεννα” δημιουργεί πίεση.
Η οικογένεια δεν είναι πάντα αρμονική, οι σχέσεις δεν επουλώνονται επειδή στολίσαμε δέντρο, και η μοναξιά δεν εξαφανίζεται επειδή ανάψαμε ένα φωτάκι.

Κι όμως, ο μύθος επιμένει: “αν τα κάνεις όλα σωστά, θα ζήσεις τη μαγεία”.

Ο μύθος της ευτυχίας – και η πραγματικότητα της σύγκρισης

Στα social media οι εικόνες είναι αψεγάδιαστες:
τραπέζια γεμάτα, παιδιά χαρούμενα, οικογένειες γεμάτες αγάπη.

Αλλά η πραγματικότητα συχνά είναι πιο σύνθετη:
άνθρωποι κουρασμένοι, ζευγάρια που δυσκολεύονται να βρουν ισορροπία, γονείς που προσπαθούν να μη φωνάξουν, εσωτερικά κενά που δεν γεμίζουν με ψώνια.

Η σύγκριση κάνει την πραγματικότητα να μοιάζει “λίγη”.
Όμως δεν είναι λίγη είναι απλώς ανθρώπινη.

Ο μύθος της συμφιλίωσης

Υπάρχει μια παλιά, σχεδόν αρχαϊκή ιδέα:
ότι τα Χριστούγεννα “πρέπει” να τα περάσουμε με την οικογένεια για να εξιλεωθούμε για ό,τι δεν ειπώθηκε μέσα στη χρονιά.

Όμως η συμφιλίωση δεν συμβαίνει με υποχρέωση.
Δεν συμβαίνει επειδή το ημερολόγιο γράφει 24 Δεκεμβρίου.
Συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι έχουν χώρο μέσα τους να ξαναδούν ο ένας τον άλλον χωρίς τις παλιές άμυνες.

Τα Χριστούγεννα μπορούν να το επιτρέψουν αλλά δεν το εγγυώνται.

Η πραγματικότητα της μνήμης

Οι παραμονές έχουν μια περίεργη δύναμη:
ξυπνούν όλα όσα ζήσαμε. Όμορφα και δύσκολα.

Είναι οι μέρες όπου οι παιδικές μνήμες εμφανίζονται σαν φαντάσματα:
η μυρωδιά του φαγητού της μαμάς, η απουσία ενός πατέρα, ένα δώρο που κάποτε μας πλήγωσε, μια αγκαλιά που δεν ήρθε ποτέ, μια υπόσχεση που δεν τηρήθηκε.

Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι νιώθουν μελαγχολία, ενώ γύρω τους όλα φωνάζουν “χαρά”.

Δεν είναι αδυναμία.
Είναι η συνάντηση με το ασυνείδητο.

Η πραγματικότητα της ανθρώπινης επιθυμίας

Τα Χριστούγεννα είναι η εποχή της επιθυμίας — όχι της κατανάλωσης, αλλά της βαθιάς επιθυμίας:
να μας δουν, να μας αγαπήσουν, να μας περιμένουν.

Και αυτή η επιθυμία δεν είναι ούτε μύθος ούτε ψέμα.
Είναι αληθινή, και κατοικεί στο πιο ευάλωτο σημείο του εαυτού μας.

Γι’ αυτό και οι παραμονές Χριστουγέννων είναι τόσο φορτισμένες:
κινούνται ανάμεσα στο “θέλω” και στο “φοβάμαι”.

Η μικρή προσωπική αλήθεια

Όσο κι αν περιμένουμε τη μεγάλη στιγμή, τα Χριστούγεννα δεν είναι οι μέρες.
Είμαστε εμείς μέσα σε αυτές τις μέρες.

Είναι το μικρό, σχεδόν αθέατο πράγμα που κάνουμε για έναν άλλον άνθρωπο.
Είναι μια συγγνώμη που τολμά αργά.
Είναι ένα βλέμμα που μαλακώνει.
Είναι η αποδοχή ότι κάποιες πληγές δεν κλείνουν, αλλά μπορούμε να ζήσουμε με λιγότερο πόνο.
Είναι η επίγνωση ότι δεν χρειάζεται να τα έχουμε όλα.

Αρκεί να είμαστε λίγο πιο αληθινοί από πέρσι.

Ανάμεσα στον μύθο και την αλήθεια

Οι παραμονές των Χριστουγέννων έχουν την ιδιότητα να μας ακουμπάνε εκεί όπου είμαστε πιο ανθρώπινοι.
Μας φοβίζουν, μας συγκινούν, μας θυμίζουν.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική τους μαγεία:
όχι στην τελειότητα που κυνηγάμε, αλλά στην ατέλεια που τελικά αποδεχόμαστε.

Γιατί, στο τέλος, τα Χριστούγεννα δεν είναι μύθος ούτε πραγματικότητα.
Είναι η συνάντηση αυτών των δύο μέσα μας.

Και αυτό, με έναν τρόπο αθόρυβο και βαθύ,
είναι το πιο χριστουγεννιάτικο θαύμα.

Χριστούγεννα και απώλεια

Όταν η πιο φωτεινή εποχή συναντά τις πιο σκοτεινές μνήμες μας

Τα Χριστούγεννα είναι η εποχή που ο κόσμος ανάβει φώτα κι όμως, μέσα σε αυτό το φως, πολλοί άνθρωποι βυθίζονται στη μεγαλύτερη τους σκιά. Δεν υπάρχει άλλη περίοδος που να φέρνει τόσο έντονα στην επιφάνεια τις απουσίες, τις μνήμες, τα πρόσωπα που λείπουν. Οι γιορτές λειτουργούν σαν καθρέφτης: μας δείχνουν όχι μόνο όσα έχουμε, αλλά κυρίως όσα δεν έχουμε πια.

Και κάπως έτσι, μέσα στη λαμπερή πόλη, μια απώλεια μπορεί να μοιάζει πιο μεγάλη από ποτέ.

Όταν η χαρά γίνεται βάρος

Οι γιορτές υπόσχονται χαρά, αλλά για όσους πενθούν, αυτή η χαρά γίνεται βάρος.
Ο κόσμος γύρω τους γιορτάζει εκείνοι όμως κουβαλούν μια σιωπή που δεν χωρά στις φωνές και στα γέλια.

Η απώλεια – είτε αφορά θάνατο, χωρισμό, ρήξη, απομάκρυνση – έχει τη δική της χροιά τα Χριστούγεννα:
είναι πιο έντονη, πιο κοφτερή, πιο ζωντανή.

Το άδειο τραπέζι.
Το δώρο που δεν θα δοθεί.
Η καρέκλα που μένει άθικτη.
Η φράση “πέρσι ήταν εδώ” που επιστρέφει σαν τάση προς δάκρυ.

Η εποχή της γέννησης γίνεται, για πολλούς, εποχή της ανάμνησης.

Η ψυχολογία της γιορτής σε περίοδο πένθους

Ψυχαναλυτικά, τα Χριστούγεννα λειτουργούν σαν σημείο επιστροφής του ασυνείδητου.
Το συλλογικό αίτημα για χαρά έρχεται σε σύγκρουση με την εσωτερική απουσία – και αυτή η σύγκρουση γεννά ενοχές:
«Πρέπει να είμαι καλά;»
«Επιτρέπεται να γιορτάσω ενώ πενθώ;»

Το πένθος όμως δεν έχει κανόνες.
Δεν έχει ημερολόγιο.
Δεν τελειώνει επειδή ο κόσμος στολίζει.

Αντιθέτως, ενεργοποιείται: οι μνήμες της παιδικής θαλπωρής, οι προσδοκίες, οι παλιές οικογενειακές ιστορίες, η πρωταρχική σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα, όλα γίνονται πιο ορατά.

Και η απώλεια αποκτά διάσταση πρωτογενούς τραύματος.

Η απώλεια ως εσωτερικός διάλογος

Οι γιορτές δεν φέρνουν μόνο θλίψη φέρνουν και μια παράξενη μορφή διαλόγου:

«Τι μου λείπει;»
«Ποιο κομμάτι του εαυτού μου χάθηκε μαζί του/μαζί της;»
«Τι μένει τώρα;»

Η απώλεια δεν αφορά μόνο το πρόσωπο που έφυγε.
Αφορά την ταυτότητα που είχαμε δίπλα του.
Τα Χριστούγεννα λοιπόν αναγκάζουν την ψυχή να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη:
να δει την έλλειψη, να αναγνωρίσει το κενό, να συνειδητοποιήσει ότι ο άλλος κάποτε υπήρξε κομμάτι μας.

Και ότι τώρα πρέπει να μάθουμε να υπάρχουμε αλλιώς.

Οι αναμνήσεις που επιστρέφουν σαν μικρές τελετουργίες

Οι μυρωδιές των Χριστουγέννων έχουν μνήμη.
Ένα γιορτινό τραγούδι, ένα φως, ένα παλιό στολίδι μπορεί να ξεκλειδώσει μέσα μας μια ολόκληρη ιστορία:
μια αγκαλιά που δεν υπάρχει πια, μια φράση που ειπώθηκε κάποτε, ένα χαμόγελο που έφυγε για πάντα.

Ο Freud έλεγε ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ παρελθόν.
Είναι παρόν, που ζητά να ξαναειπωθεί.

Γι’ αυτό οι γιορτές επαναφέρουν τόσο δυνατά όσα προσπαθούμε να ξεχάσουμε.
Μας καλούν να κάνουμε χώρο στη συγκίνηση, όχι να την αρνηθούμε.

Η σιωπηλή αναμέτρηση: να περάσεις γιορτές “με την απώλεια”

Η απώλεια δεν φεύγει επειδή ανάψαμε λαμπάκια.
Αλλά κάτι άλλο μπορεί να συμβεί:
μπορούμε να μάθουμε να ζούμε δίπλα της χωρίς να μας καταπίνει.

Μικρά βήματα:
• Να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να λυπηθεί.
• Να μην πιεστούμε να είμαστε χαρούμενοι.
• Να μη συγκρίνουμε τη φετινή χρονιά με τις προηγούμενες.
• Να κρατήσουμε μια μικρή τελετουργία μνήμης.
• Να ζητήσουμε συντροφιά, αν τη χρειαζόμαστε.
• Να επιτρέψουμε στο κενό να υπάρχει, χωρίς να το ντροπιάζουμε.

Το πένθος εξημερώνεται όταν το αναγνωρίζουμε.

Το παράδοξο: Η απώλεια δίνει νέο νόημα στα Χριστούγεννα

Όσοι έζησαν απώλεια γνωρίζουν κάτι που οι άλλοι δεν γνωρίζουν:
ότι η ζωή έχει βάθος.
Ότι η παρουσία έχει αξία.
Ότι το σήμερα δεν είναι δεδομένο.

Η απώλεια, όσο κι αν πονά, αλλάζει την προοπτική:
μας κάνει να κρατάμε πιο σφιχτά όσους έχουμε,
να λέμε «σ’ αγαπώ» χωρίς αναβολή,
να μην αφήνουμε τις σχέσεις μας μισές,
να καταλαβαίνουμε την εύθραυστη, συγκινητική πλευρά των ανθρώπων.

Είναι σκληρό δώρο, αλλά είναι δώρο.

Το φως δεν ακυρώνει τη σκιά, τη συνοδεύει

Τα Χριστούγεννα και η απώλεια δεν είναι δύο αντίθετοι κόσμοι.
Είναι δύο πραγματικότητες που συνυπάρχουν.
Το φως δεν έρχεται για να σβήσει τη σκιά, αλλά για να της δείξει ότι υπάρχει χώρος και για τις δύο.

Και ίσως εκεί, στη σιωπή μιας γιορτινής νύχτας, να καταλάβουμε κάτι απλό:

ότι η απώλεια είναι η απόδειξη ότι κάποτε αγαπήσαμε βαθιά.
Και ότι η αγάπη, ακόμη και όταν λείπει, δεν παύει ποτέ να αφήνει το ίχνος της.

«Αυτό που ΘΕΛΟΥΝ οι γυναίκες – Aυτό που ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ οι άντρες – Σεμινάριο στον Ιανό (Βίντεο)

Η Μαρία Δήμου, Ψυχολόγος Λακανικού Προσανατολισμού και η Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS παρουσιάζουν τον «Κύκλο Ψυχολογίας» – «Σεμινάρια με ελεύθερη είσοδο και βεβαίωση παρακολούθησης»

Σεμινάριο με τίτλο: «Αυτό που ΘΕΛΟΥΝ οι γυναίκες – αυτό που ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ οι άντρες: Τι συμβαίνει στο μυαλό μιας γυναίκας;»

Έξι συναντήσεις με επίκεντρο τα δύο δομικά ερωτήματα γυναικών και αντρών σχετικά με τη ζωή τους, τις σχέσεις τους, τις προσδοκίες τους και τον έρωτα.

* Πως ερωτεύεται μια γυναίκα;

* Πως αγαπά μια γυναίκα;

* Πώς χωρίζει μια γυναίκα;

* Τι περιμένει από τους άντρες;

* Τι περιμένει ένας άντρας από εκείνη;

* Γιατί ένας άντρας δε τη καταλαβαίνει;

Να αγαπάς είναι, πάνω απ´όλα, να θέλεις να είσαι ο αγαπημένος..

Ζακ Λακάν / Vulgata

Το σεμινάριο πραγματοποιήθηκε 11/2025

Αυτό που σκέφτονται οι άντρες

«Δεν θα το πει. Όχι γιατί δεν το νιώθει, αλλά γιατί δεν έχει μάθει να το βρίσκει σε λέξεις.»

Το άρρητο του ανδρικού ψυχισμού

Αν το ερώτημα «τι θέλουν οι γυναίκες» γεμίζει τόμους και παραδόσεις, το «τι σκέφτονται οι άντρες» παραμένει συχνά ανείπωτο.
Ίσως γιατί ο άντρας έμαθε πως η σιωπή είναι ασπίδα, πως το συναίσθημα πρέπει να μεταφράζεται σε πράξη, όχι σε λέξη.
Έτσι, η σκέψη του μοιάζει με ρεύμα που ρέει από κάτω· δεν φαίνεται, αλλά κινεί όλο το σώμα του.

Η γλώσσα της πράξης

Οι άντρες δεν εκφράζονται λιγότερο — εκφράζονται διαφορετικά.
Η φροντίδα τους δεν έρχεται πάντα με λόγια, αλλά με μια πράξη, μια παρουσία, μια σιωπή που περιέχει.
Όμως πίσω από αυτή τη γλώσσα της πράξης, συχνά υπάρχει κάτι άρρητο: η αγωνία μήπως δεν είναι αρκετοί.

Στην ψυχαναλυτική ανάγνωση, ο άντρας συχνά οργανώνει τον ψυχισμό του γύρω από την επάρκεια. Το βλέμμα του Άλλου γίνεται καθρέφτης: αν τον θαυμάζουν, νιώθει· αν τον απορρίπτουν, σιωπά.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, συχνά χάνεται η ευκαιρία για αλήθεια.

Ο φόβος της αδυναμίας

Πίσω από το βλέμμα της δύναμης, υπάρχει συχνά ένα παιδί που δεν έμαθε να δείχνει φόβο.
Ο άντρας σκέφτεται, μα δεν το λέει. Πονά, μα δεν το δείχνει.
Γιατί ο κόσμος του έμαθε ότι η ευαλωτότητα είναι ντροπή, κι όχι γενναιότητα.

Έτσι, η σκέψη του κλείνεται μέσα σε ένα εσωτερικό δωμάτιο.
Μόνο όποιος σταθεί δίπλα του χωρίς να τον ανακρίνει, μπορεί να ακούσει το τι σκέφτεται στ’ αλήθεια.

Όταν επιτρέπει να φανεί

Υπάρχουν στιγμές που ο άντρας «ανοίγει» — όχι με λόγια, αλλά με βλέμμα.
Μια παραδοχή, ένα άγγιγμα, ένα «δεν ξέρω».
Εκεί, η σκέψη του συναντά το συναίσθημα.
Εκεί, ο άντρας σκέφτεται όπως αισθάνεται· και αισθάνεται όπως σκέφτεται.

Τότε αποκαλύπτεται ότι η βαθύτερη του ανάγκη δεν είναι η δύναμη, αλλά η αναγνώριση.
Όχι να τον καταλάβουν, αλλά να τον δει κάποιος χωρίς να τον μειώσει.

Το δικαίωμα να μη χρειάζεται να ξέρεις

Ίσως, τελικά, αυτό που σκέφτονται οι άντρες να είναι απλό:
να μπορούν να μην έχουν πάντα απαντήσεις.
Να αποτύχουν χωρίς να ντροπιαστούν, να νιώσουν χωρίς να χρειαστεί να αποδείξουν ότι «παραμένουν άντρες».

Γιατί, στο βάθος, σκέφτονται αυτό που όλοι θέλουμε:
πώς να παραμείνουμε δυνατοί χωρίς να χάσουμε την τρυφερότητά μας.

Ένα κείμενο για εκείνους που κουβαλούν τη σιωπή τους σαν πανοπλία, αλλά πίσω της κρύβουν έναν κόσμο από σκέψεις.

Αυτό που θέλουν οι γυναίκες

«Δεν είναι αυτό που λες· είναι το πώς με κοιτάς όταν δεν μιλάς.»

Το ερώτημα που δεν παύει να επιστρέφει

Αιώνες τώρα, το ερώτημα «τι θέλουν οι γυναίκες;» περιπλανιέται ανάμεσα στη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση και την καθημερινή ζωή.
Από τον Φρόιντ που ομολόγησε ότι δεν βρήκε ποτέ απάντηση, μέχρι τον Λακάν που τόλμησε να πει πως «η γυναίκα δεν υπάρχει» ως καθολική έννοια αλλά μόνο μέσα από το λόγο κάθε μίας, η αναζήτηση παραμένει ανοιχτή.

Γιατί αυτό που θέλει μια γυναίκα δεν χωρά σε ορισμούς. Δεν είναι επιθυμία με σαφή όρια, αλλά μια κίνηση, μια παλμική αναζήτηση του εαυτού μέσα στη σχέση με τον Άλλο.

Πίσω από τις λέξεις

Μια γυναίκα μπορεί να πει πως θέλει αγάπη, κατανόηση, ασφάλεια. Μα πίσω από αυτές τις λέξεις υπάρχει κάτι πιο λεπτό: η επιθυμία να την δουν — όχι σαν ρόλο, όχι σαν προβολή, αλλά σαν μοναδικό υποκείμενο.
Να την αντικρίσουν χωρίς να τη συρρικνώσουν σε μια ταυτότητα.

Η γυναικεία επιθυμία δεν είναι κάτι που μπορεί να εξηγηθεί. Είναι ένας χώρος ανάμεσα: ανάμεσα στο «είμαι» και στο «γίνομαι», ανάμεσα στην ανάγκη για σύνδεση και στην ανάγκη για ελευθερία.

Η λεπτή κόψη της επιθυμίας

Πόσες φορές δεν έχει ειπωθεί:

«Θέλω να με αγαπούν χωρίς να με φυλακίζουν.»
«Θέλω να ανήκω χωρίς να χάνω τον εαυτό μου.»

Αυτές οι φράσεις φέρουν μέσα τους το παράδοξο της επιθυμίας — τη λαχτάρα για οικειότητα και ταυτόχρονα για χώρο. Για να μπορεί μια γυναίκα να υπάρχει με τον Άλλον χωρίς να σβήνει μέσα του.

Η επιθυμία δεν είναι ποτέ πλήρως συμβολίσιμη· παραμένει σαν εκείνη τη μικρή κηλίδα πάνω στο γράμμα που μιλά για την απόλαυση — τη jouissance — που δεν μπορεί να ειπωθεί, μόνο να βιωθεί. 

Στην εποχή των εύκολων απαντήσεων

Σήμερα, ανάμεσα σε φίλτρα, hashtags και έτοιμες φράσεις αυτοβελτίωσης, οι γυναίκες δεν αναζητούν τον “τέλειο σύντροφο”.
Αναζητούν αλήθεια.
Μια σχέση που να αντέχει τη σιωπή, την αμφιβολία, τη σκιά.

Θέλουν να μπορούν να λένε «όχι» χωρίς ενοχή και «ναι» χωρίς φόβο.
Θέλουν να επιτρέπεται να επιθυμούν — χωρίς να πρέπει να απολογούνται.

Το δικαίωμα να μην ξέρεις

Ίσως, τελικά, αυτό που θέλουν οι γυναίκες να είναι κάτι απλό και επαναστατικό μαζί:
να έχουν το δικαίωμα να μη ξέρουν πάντα τι θέλουν.

Να ανακαλύπτουν τον εαυτό τους ξανά και ξανά, να αλλάζουν, να επιστρέφουν, να επιλέγουν αλλιώς. Γιατί η επιθυμία δεν είναι προορισμός· είναι διαδρομή.

Και σε αυτή τη διαδρομή, η γυναίκα δεν ζητά να την καταλάβουν — ζητά να την ακούσουν.

Ένα κείμενο για όλες εκείνες που δεν ζητούν απαντήσεις, αλλά χώρο να υπάρξουν.